Το μοναστήρι Κομ, που είναι δωρεά της οικογένειας Τσιρνόγεβιτς, κατέχει εξέχουσα θέση ανάμεσα σε σειρά μεσαιωνικών μοναστηριών που βρίσκονται στην περιοχή της Λίμνης της Σκόδρας. Κτισμένο στις βουνοπλαγιές του όρους Οντρίνσκα γκόρα, μακριά από τα περίεργα βλέμματα, το μοναστήρι Κομ διαφέρει απόλυτα από τα μοναστήρια της οικογένειας Μπάλσιτς, που είναι σπαρμένα στους λόφους γύρω από τη Λίμνη.
Το μοναστήρι Κομ αποτελεί δωρεά του Τζούρατζ και του Λιες Τσιρνόγεβιτς. Η εκκλησία του μοναστηριού Κομ είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Παναγίας Θεοτόκου. Δεν υπάρχουν ιστορικές πηγές για την ανέγερση της εκκλησίας, όμως, υποτίθεται ότι η ίδια κτίστηκε μεταξύ του έτους 1415 και του έτους 1427. Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στο μοναστήρι Κομ ήταν η έδρα της Μητρόπολης της επαρχίας Ζέτα. Συγκεκριμένα, η ίδια Μητρόπολη ήταν αναγκασμένη να εγκαταλείψει την παλιά έδρα της στο μοναστήρι του Αγίου Αρχαγγέλου Μιχαήλ, στην Πρέβλακα, και να καταλήξει τελικά στο μοναστήρι Κομ, περνώντας από το μοναστήρι της Αγνής Κράϊνσκα, και το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, στη Βράνινα. Το ίδιο το μοναστήρι Κομ μιλάει εύγλωττα για την όλο και πιο δύσκολη κατάσταση που επικρατούσε στο Μαυροβούνιο την εποχή της αρχοντικής οικογένειας Τσιρνόγεβιτς. Οι Τούρκοι πλησίαζαν σιγά-σιγά, οι επίπονες προσπάθειες διατήρησης της ισορροπίας ανάμεσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Βενετία, καθώς και ο αγώνας για την αυτοδιάθεση, ανάγκασαν τα μέλη της οικογένειας Τσιρνόγεβιτς να περικαλύψουν τα μοναστήρια τους με διακριτικότητα, και να τα κάνουν απρόσιτα. Όλο το σύμπλεγμα του μοναστηριού προσέλαβε, πολύ νωρίς, την όψη ενός φρουρίου. Ο ξενώνας κτίστηκε στη δυτική μεριά του νησιού, ήταν τοποθετημένος πάνω σ’ένα βράχο, πράγμα που αποτέλεσε καλή από στρατηγική άποψη λύση, επειδή από το βράχο απλωνόταν ευρύτατη θέα, που έδινε τη δυνατότητα στον καθένα να παρατηρήσει εύκολα όλους εκείνους που πλησίαζαν το μοναστήρι Κομ, με καλές ή κακές προθέσεις. Το μοναστήρι ήταν περιφραγμένο από αμυντικά τείχη, που το προστάτευαν, και είχε δύο πύλες. Την εποχή της δραστήριας ζωής του, το μοναστήρι Κομ ήταν πολύ πλούσιο, επειδή είχε στη διάθεσή του γόνιμη γη, την οποία πλημμυρίζουν σήμερα τα ύδατα της Λίμνης, ενώ τα κτήματά του ήταν σκεπασμένα με αμπελώνες, συγκομιδή και βοσκότοπους. Εκτός από την ίδια την εκκλησία, επίσης και τα υπολείμματα των μοναχικών ξενόνων μαρτυρούσαν για τη ζωή των εκεί μοναχών, που φρόντιζαν τα εκκλησιαστικά αγαθά.
Επίσης, το μοναστήρι Κομ αποδέχτηκε την παράδοση των εκκλησιών στις οποίες γινόταν οι ενταφιασμοί των πλούσιων και επιφανών πιστών. Για αυτό μαρτυρεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου από το έτος 1444, στο οποίο ο Κόϊτσιν Τσιρνόγεβιτς απευθύνεται προς τις αρχές της Βενετίας στη Σκόδρα και στην πόλη Κότορ, παρακαλώντας τις να παραχώρησουν πίσω σ’αυτόν όλα τα αγαθά, δηλ. τα μοναστήρια και τις εκκλησίες της περιοχής της Λίμνης της Ζέτας, που έκτισαν οι δικοί του αρχαίοι δεσπότες, και που είχαν πάρει για τον εαυτό τους οι αρχές της Βενετίας, επειδή μέσα σ’αυτές τις εκκλησίες και τα μοναστήρια ή στους αυλόγυρους ενταφιάζονται οι τοπικοί άρχοντες.
Το μοναστήρι Κομ δε ζούσε εντατική ζωή για πολύ καιρό, επειδή μετά την πτώση του Ζάμπλιακ, το έτος 1478, οι Τούρκοι ήταν σε άμεση γειτνίαση προς το μοναστήρι, κι έτσι ήδη το έτος 1485, στο κείμενο του Καταστατικού για την ίδρυση του Μοναστηριού της Καιτίγνης, αναφέρεται το στοιχείο ότι ο Ίβαν Τσιρνόγεβιτς δίνει στην Παναγία Θεοτόκο της Καιτίγνης, σαν συνεισφορά του, όλα τα κτήματα που ανήκαν κάποτε στο μοναστήρι Κομ. Όμως, αυτό δεν αποτέλεσε και την οριστική εγκατάλειψη αυτού του μοναστηριού, επειδή γύρω στο έτος 1520 το μοναστήρι ενεργοποιείται και πάλι, για να ερημώσει, σχεδόν απόλυτα, κατά τη διάρκεια του 17 ου και του 18 ου αιώνα. Μόνο ο ναός-εκκλησία συνεχίζει να ζει, την επισκέπτονται και ανοίγουν τις πόρτες της.
Η εκκλησία του μοναστηριού αποτελεί ένα απλό μονόκλιτο οικοδόμημα, που στα μέσα του 15 ου αιώνα απέκτησε πλάγια παρεκκλήσια και ευρύχωρο ξύλινο εξωνάρθηκα, που τα καλύπτει. Η εκκλησία είχε ζωγραφιστεί δύο φορές, την πρώτη φορά γύρω στο έτος 1470, και μετά απ’αυτό και στη δεκαετία του ογδόντα του 16 ου αιώνα. Είναι η μοναδική εκκλησία στην τριγύρω περιοχή της Λίμνης της Σκόδρας, στην οποία σώζονται οι τοιχογραφίες.
Κατά τα μέσα του περασμένου αιώνα σ’αυτή την εκκλησία ανανεώθηκε και πάλι η τέλεση της Θείας Λειτουργίας τη μέρα της Κοίμησης της Παναγίας Θεοτόκου, όταν στο μοναστήρι Κομ άρχισαν να συγκεντρώνονται οι Τσεκλίνοι. Την εκκλησία τη συντηρούσαν, από δομική και λειτουργική άποψη, οι ιερείς και οι μοναχοί από τα γειτονικά μοναστήρια, όπως και ο λαός. Υπάρχουν ακόμα μερικά ηλικιωμένα άτομα από τα τριγύρω χωριά, που θυμούνται τις μεγάλες λαϊκές συνόδους που γίνονταν στο μοναστήρι Κομ. Σεβόμενος την παράδοση της Μητρόπολης της Ζέτας και το ένδοξο παρελθόν της οικογένειας Τσιρνόγεβιτς, ο νεαρός Νιέγκος, που έπειτα έγινε γνωστός ποιητής και δεσπότης του Μαυροβουνίου, χειροθετήθηκε, σ’αυτή την εκκλησία, αρχιμανδρίτης, το χειμώνα του 1831, από μέρους του Μητροπολίτη της Πριζρένης. Κατά τη δεκαετία του 80, του 20 ου αιώνα, έγιναν ορισμένα τμηματικά ερευνητικά έργα, καθώς επίσης και έργα ανακαίνισης των εγκαταστάσεων και συντήρησης των τοιχογραφιών. Μετά την άφιξη του ιερομόναχου Δαβίδ (Μισέλιτς) και του μοναχού Χρυσόστομου (Νέσιτς), το έτος 1998, στο μοναστήρι Κομ, με την ευλογία του Μητροπολίτη Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίου περιοχής, Κυρίου Κυρίου Αμφιλόχιου (Ράντοβιτς), άρχισε η ανακαίνιση του μοναστηριού Κομ, καθώς και η αναζωογόνηση της πνευματικής ζωής σ’αυτό το μοναστήρι Ο πρώτος οικονόμος του μοναστηριού Κομ ήταν ο ιερομόναχος Δαβίδ (Μισέλιτς), ο οποίος, όμως. ήδη το έτος 1999 περνάει, λόγω αρρώστιας, στο μοναστήρι Γιόβαν ντο ( Jovan do ), σκήτη του Αγίου Ιωάννη Βαπτιστή – μετόχι του μοναστηριού Όστρογκ, όπου σήμερα βρίσκεται ο τάφος του. Ο ιερομόναχος Δαβίδ αναπαύθηκε εν Χριστώ το έτος 2004 σε ένα νοσοκομείο της Γερμανίας, μετά από μακρόχρονη θεραπεία. Από το έτος 1999 ο τότε μοναχός, τώρα ηγούμενος, πατήρ Χρυσόστομος (Νέσιτς), με τη βοήθεια του Θεού και με τη χάρη της Παναγίας Θεομήτωρος, καταφέρνει να οικοδομήσει και ανακαινίσει το ένα μέρος αυτού του ιερού ναού μετά το άλλο.