Μετά το τέρμα της ανακαίνισης του μοναστηριού Κομ, ο ηγούμενος Χρυσόστομος, μαζί με τα μέλη της αδελφότητάς του, που έλαβαν τη Θεία Χάρη και που είναι γεμάτοι αγάπης απέναντι στους παραμελημένους Ιερούς Ναούς της περιοχής της Λίμνης της Σκόδρας, έλαβε νέα ευπείθεια. Μετά από την ευλογία του Μητροπολίτη Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίου Περιοχής, Κυρίου Κυρίου Αμφιλόχιου (Ράντοβιτς), και υπό την αιγίδα του μοναστηριού Κομ, το έτος 2006, και συγκεκριμένα την ημέρα κατά την οποία τιμάται ο Άγιος Γεώργιος, άρχισε η σοβαρή ανακαίνιση ενός άλλου μεγάλου ιερού ναού – δηλ. του μοναστηριού του Αγίου Γεωργίου, στο νησί Κόσματς ( Kosmac) , που βρίσκεται στη Λίμνη της Σκόδρας.

Το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου βρίσκεται στο νησάκι σκεπασμένο με δάφνη, επίσης στο βορειο-δυτικό μέρος της Λίμνης της Σκόδρας, που είναι γνωστό σαν Γκόρνιε Μάλο Μπλάτο (Άνω Μικρή Λάσπη). Υπάρχει ελάχιστος αριθμός διαθέσιμων πληροφοριών για αυτό το μοναστήρι, όμως, είναι γνωστό ότι πρόκειται για μοναστήρι που είναι γειτονικό προς τα μοναστήρια Σίνιατς ( Sinjac) και Γκολιεμάντι (Goljemadi) , στο νομό Λιέσανσκα νάχια ( Ljesanska nahija ). Η παράδοση συνδέει αυτό το μοναστήρι με τον 14 ο αιώνα και με το βασιλιά Βουκάσιν Μιρνιάβτσεβιτς (Vukasin Mrnjavcevic) , μέλος της σερβικής φεουδαρχικής οικογένειας, ο οποίος, σύμφωνα, πάλι, με την παράδοση, παντρεύθηκε μέσα σ’αυτό το μοναστήρι. Η ίδια η αρχιτεκτονική της εκκλησίας, δηλ. οι δύο κεκλιμένες στέγες, ο μικρός εσωτερικός χώρος και η πέτρα σαν το βασικό δομικό υλικό, δείχνει ότι η εκκλησία κτίστηκε κατά τους δύσκολους καιρούς, σε απρόσιτο τόπο και με περιορισμένα μέσα, κατά πάσα πιθανότητα την εποχή των τουρκικών πιέσεων και της εισβολής τους, και μπορεί να χρονολογηθεί στην περίοδο μεταξύ του 14 ου και του 15 ου αιώνα.

Η εκκλησία, αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο, ήταν εντελώς σε ερείπια. Μέσα στα χαλάσματα έμειναν, σε ορισμένα τμήματα, τα υπολείμματα των ακραίων τοίχων, σε άθλια κατάσταση, επειδή αυτά τα υπολείμματα ήταν εκτεθειμένα, επί πολύ καιρό, σε διάφορες καιρικές συνθήκες, και είχαν ένα παχύ στρώμα χόρτου τριγύρω τους, ενώ οι ρωγμές ήταν ολοφάνερες. Θόλος και στέγη δεν υπήρξαν, υπήρξε, όμως, αψιδωτή κόγχη, αλλά, ένα μέρος του τοίχου και όλο το θολωτό μέρος ήταν γκρεμισμένα. Πάνω σ’αυτά τα ερείπια υπήρξαν φανερά ίχνη προσαρμογής και δουλέματος, ακόμα και ανακαινίσεων, η τελευταία από τις οποίες ήταν, όπως φαίνεται, στις αρχές του 20 ου αιώνα. Έμειναν μόνο ίχνη του ξενώνα και του συμπλέγματος του μοναστηριού, που, όπως και η ίδια η εκκλησία, μέχρι πρόσφατα ήταν σκεπασμένα με πλούσια βλάστηση. Για τη συντήρηση του μοναστηριού φρόντιζε, ένα χρονικό διάστημα, ο μοναχός Παύλος (Κόντιτς).

Επειδή το μοναστήρι ήταν πολύ παλιό και απεικόνιζε την εποχή στην οποία κτίστηκε, αλλά, επίσης, και λόγω της μεγάλης πνευματικής αξίας του, η ανακαίνισή του αποσκοπούσε στην αναπαράσταση της αρχικής του εμφάνισης, με μικρές, μπορούμε ελεύθερα να πούμε, βελτιώσεις, αποκελιστικά στον τυπικό και στο λειτουργικό τομέα.

Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου ήταν κτισμένη σε δύο φάσεις και δύο περιστάσεις. Πρώτα κτίστηκε εκκλησία μόνο με τον προναό και την αψίδα του βωμού, και αργότερα προστέθηκε, στην προέκταση και προς δυσμάς, ένα νέο τμήμα του ναού, με την πρόθεση να χρησιμοποιηθεί σαν νάρθηκας, αντίστοιχα σαν προναός. Έτσι, η εκκλησία διατήρησε το ίδιο πλάτος και ύψος του αρχικού μέρους, όμως, η ίδια προσέλαβε σχεδόν διπλάσιο μήκος. Ο προναός ήταν κάπως χαμηλότερος, και ο ναός διχοτομήθηκε, με μια σκάλα, σε ναό και σε υψωμένο μέρος του βωμού. Από την ομοιότητά της με τις τριγύρω εκκλησίες μπορεί να συνάγει κανείς το συμπέρασμα ότι και τα δύο αυτά μέρη ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, θολωτά, και ότι είχαν έναν ημισφαίριο θόλο, ενώ, το δάπεδο ήταν σκεπασμένο με πέτρινες πλάκες. Ο ναός είχε τρία μικρά ορθόγονα ανοίγματα – παράθυρα, το ένα στη μέση του βορείου τοίχου, δηλ. στη μέση του κεντρικού χώρου που ήταν χωρισμένος με τρεις κίωνες, το άλλο παράθυρο ήταν απέναντι, στο νότιο τοίχο, και το τρίτο παράθυρο, που ήταν το παράθυρο του βωμού, ήταν στην αψιδωτή κόγχη. Ήταν φανερό μόνο το άνοιγμα στην κόγχη, ενώ το νότιο παράθυρο φαινόταν μόνο με περιφέρεια. Στον δυτικό τοίχο βρισκόταν μια πόρτα – είσοδος. Ο προναός είχε τρία ανοίγματα: το παράθυρο – ορθογώνιο άνοιγμα στο βόρειο τοίχο, την πόρτα – τοξοτό άνοιγμα στο νότιο τοίχο, και ένα τοξοτό άνοιγμα με θριγκό για ζωγράφημα, σαν τη νέα, κυρίως, πόρτα της εισόδου στην εκκλησία, στο δυτικό τοίχο. Το παράθυρο και η νότια πόρτα ήταν εντοιχισμένες με μια πέτρινη πλάκα. Κοσμήματα δεν υπήρξαν. Υπάρχει πιθανότητα να ήταν η είσοδος στο ναό στολισμένη με πέτρινα πλαστικά κοσμήματα, σαν ο πρωταρχικός πυλώνας της εισόδου στην εκκλησία (πράγμα για το οποίο μπορεί να συνάγει κανείς το συμπέρασμα με βάση τις ζημιές που φαίνονται στα πλάγια, δηλ. αριστερά και δεξιά, και οι ζημιές αυτές δημιουργήθηκαν, κατά πάσα πιθανότητα, από τον παραμερισμό των πέτρινων κοσμημάτων).

Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου διατήρησε, κατά τη διάρκεια της ανακαίνισής της, το σχήμα που είχε πρωτίτερα, με την παράλληλη διατήρηση, μάλιστα όσο αυτό ήταν δυνατόν, και των υφιστάμενων σήμερα πέτρινων τοίχων. Τη μοναδική καινοτομία σε σχέση με την πρωταρχική εμφάνιση της εκκλησίας αποτελεί ο σημαντικά κουφωμένος τοίχος, που βρίσκεται μεταξύ του προναού και του ναού, καθώς και τα δύο αψιδωτά παράθυρα, που έγιναν πιο μεγάλα και έχουν τώρα ίδιες διαστάσεις. Ο τοίχος που βρίσκεται μεταξύ του προναού και του ναού έχει τρία αψιδωτά ανοίγματα, κι έτσι αυτός ο χώρος αποκτάει περισσότερο φως, βελτιώθηκε η ορατότητα, βελτιώθηκε, επίσης, και η επικοινωνία την εποχή της Θείας Λειτουργίας, και ο σεμνός αυτός εσωτερικός χώρος θα μπορούσαμε να πούμε πως «άνοιξε». Με την εξίσωση του επιπέδου των παραθύρων, και με την μεγέθυνσή τους δόθηκαν ευκαιρίες να μπει σ’αυτόν το χώρο μεγαλύτερο φυσικό φως, αλλά, επίσης, αποκτάει κανείς την εντύπωση της ενότητας του συνόλου.

Η εκκλησία δεν έχει ανακαινιστεί ακόμα απόλυτα, και αυτό αφορά, κυρίως, τα έργα στον εσωτερικό χώρο. Πάνω στην εξωτερική εμφάνιση της εκκλησίας δεν υπάρχει ασβεστοκονίαμα, επειδή η έμφαση δόθηκε στη σύνδεση της «πέτρας» της αρχικής, παλιάς εκκλησίας, με τη νέα, ανακαινισμένη εκκλησία. Τα δάπεδα έγιναν πλακόστρωτα, ενώ τα παράθυρα και η πόρτα της εισόδου θα είναι φτιαγμένα από συμπαγές ξύλο. Το εικονοστάσιο βρίσκεται ακόμα σε φάση κατασκευής, ενώ, τα έργα ζωγραφικής βρίσκονται σε φάση προπαρασκευής. Σε μια μικρή πλατεία, που βλέπει προς τον δυτικό τοίχο της εκκλησίας, κτίστηκε ένα μικρό καμπαναρειό, που έχει τρίφυλλη άκρη, φτιαγμένη από σφυρηλατημένο σίδηρο. Οι ξενώνες του μοναστηριού και το υπόλοιπο μέρος του συμπλέγματος περιμένουν ακόμα τη σειρά τους.

Σημαντικό είναι να τονιστεί ότι στην αρχή της ανακαίνισης του μοναστηριού, κατά τον καθαρισμό του χώρου και κατά τη διάρκεια των ανασκαφών του χώματος, παράλληλα με τους υφιστάμενους τοίχους της παλιάς πέτρινης εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου ανακαλύφθηκαν τα λείψανα πολλών αγίων πατέρων, που, κατά πάσα πιθανότητα, ασκούνταν ακριβώς σ’αυτόν τον ιερό ναό. Τα χρυσοκίτρινα κόκκαλα αυτών των αγίων αποτελούν το θεόδοτο πνευματικό θησαυροφυλάκιο αυτού του ιερού ναού, και, εκτός από τον Άγιο Γεώργιο, στον οποίο είναι αφιερωμένο το μοναστήρι, τα λείψανα που ανακαλύφθηκαν αποτελούν τη μεγάλη ευλογία του. Η ανακαίνιση αυτού του μοναστηριού διαρκεί ακόμα!

 

σερβικό κείμενο ρωσικό κείμενο αγγλικό κείμενο περιεχόμενο της ιστιοσελίδας αρχική σελίδα ηλεκτρονικό γράμμα
Καλωσορίσατε στην ιστιοσελίδα του Διαδιχτύου, που ανήκει στο μοναστήρι Κομ της Κοίμης της Θεοτόκου Παναγίας, της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, Μητρόπολης Μαυροβουνιου και Παραθαλάσσιας περιοχής!
Γεωγραφικη θεση
Ιστορια
Ανακαινιση
Εκκλησια
Το Μοναστηρι σημερα
Κοιμηση Τησ Παναγιασ Θεοτοκου
Φωτoγραφιεσ
Επαφη

ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΤΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΟΣΜΑΤΣΑ

©copyright: Μοναστήρι της Κοίμησης της Παναγίας Θεοτόκου – Κομ, 2007.
Την ιστιοσελίδα συνέταξε και σχεδίασε ο Nedeljko Nikitovic, διπλωματούχος μηχανικός, ειδικός για την τεχ. του Internet